Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Ιστορία Νο 3: ... Κλείνουμε...


Σήμερα είναι Τρίτη και ετοιμάζεται ο φίλος μας ο Αρχιτέκτονας από το πρωί να προλάβει την Πολεοδομία. Έχει καταθέσει την αρχιτεκτονική μελέτη για την ανέγερση μιας κατοικίας και πρέπει να συναντηθεί με τον αρμόδιο υπάλληλο να συζητήσουν κάποιες απορίες του. 



Έχει ωραία μέρα, ηλιόλουστη χωρίς κρύο και χωρίς ζέστη. Η διάθεσή του είναι ανεβασμένη καθώς ακούει το αγαπημένο του τραγούδι στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του στο δρόμο προς την Πολεοδομία. Δεν έχει κίνηση στο δρόμο και έφτασε στον προορισμό του γρήγορα. Και να το θαύμα. Βρήκε και να παρκάρει αμέσως. Τίποτα δεν θα πάει στραβά. Τίποτα δεν θα του χαλάσει τη διάθεση.

- Αν κάνω και τη δουλειά μου γρήγορα και "αναίμακτα" θα είναι μια πολύ καλή ημέρα για εμένα, σκέφτηκε καθώς έμπαινε στο κτίριο και ανέβαινε με τον ανελκυστήρα στον δεύτερο όροφο, στο τμήμα ελέγχου κατασκευών.
Η πόρτα ήταν κλειστή. Τυχαίο γεγονός σκέφτηκε. Έπιασε την πετούγια και έβαλε δύναμη για να την ανοίξει. Και όμως δεν άνοιγε. Δεν ήταν δυνατόν, δεν μπορούσε αυτό να συμβαίνει τώρα. Χτύπησε την πόρτα, αλλά ησυχία. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ξαναχτύπησε πιο δυνατά αυτή τη φορά, ελπίζοντας πως κάποιος θα του άνοιγε την πόρτα. Αλλά κανείς δεν άνοιξε. Χτύπησε ξανά και ξανά. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και ξεπροβάλει το κεφαλάκι ενός υπαλλήλου με λίγο βαριεστημένο ύφος.
- Τι θέλετε; Ρώτησε ο υπάλληλος
- Έχει χρεωθεί κάποιος μηχανικός εφαρμογής τον φάκελό μου και θα ήθελα να μάθω ποιος είναι και να μιλήσουμε για το θέμα.
- Δυστυχώς, σήμερα δεν γίνεται. Σήμερα είναι Τρίτη. Η Πολεοδομία είναι ανοιχτή για το κοινό κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Υπάρχει και ανακοίνωση στην πόρτα. Ελάτε αύριο.
- Ναι αλλά για να δω την ανακοίνωση έπρεπε να έρθω μέχρι εδώ. Το θέμα είναι να ειδοποιήσετε τους μηχανικούς πριν έρθουν. Τουλάχιστον να μάθω σε ποιον έχει χρεωθεί ο φάκελος;
- Αύριο, αύριο…
Ο αρχιτέκτονας έμεινε μόνος στο πλατύσκαλο κοιτάζοντας αποσβολωμένος την κλειστή πόρτα. Σήκωσε τα μάτια και διάβασε την ανακοίνωση γραμμένη στον υπολογιστή και εκτυπωμένη σε χαρτί Α3. 

Η ανακοίνωση έγραφε: "Το τμήμα ελέγχου κατασκευών είναι ανοιχτό για το κοινό Δευτέρα – Τετάρτη – Παρασκευή από 09:00 έως 13:30". 

Από κάτω με στυλό ήταν γραμμένα δεκάδες μηνύματα οργισμένων μηχανικών που πήγαν έως εκεί για να συνομιλήσουν με έναν λίγο βαριεστημένο υπάλληλο, πίσω από μια βαριά μεταλλική πόρτα. Ήθελε να γράψει και εκείνος γιατί τον έπνιγε το δίκιο του, γιατί του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, γιατί δεν μπορούσε πως αλλιώς να εκτονωθεί, γιατί δεν ήταν στην ιδιοσυγκρασία του να κάνει φασαρία και να τσακωθεί. Πήρε τον στυλό τον ακούμπησε πάνω στο χαρτί, σε ένα κομματάκι λευκό χώρο που βρήκε, αλλά στάθηκε. Τον μάζεψε τον έβαλε στην τσάντα του, κοίταξε πάλι το χαρτί και σκέφτηκε τι άλλο να γράψει, τα γράφουν όλα οι συνάδελφοι. 

«πολύ δουλεύετε…», «σε πιο νόμο αναφέρεται το ωράριο;» «κώδικας δεοντολογίας», «έτσι δεν πάμε μπροστά...», «πάρτε και εμένα στην πολεοδομία...» και άλλα πολλά

Η ηλιόλουστη, φωτεινή και πολλά υποσχόμενη ημέρα είχε πια καταστραφεί. Πήρε το αυτοκίνητό του και γύρισε στο σπίτι του αποφασισμένος πως αύριο θα ξεκαθάριζε τα πράγματα, θα έλυνε το θέμα και θα προχώραγε τη δουλειά του.

Φυσικά, ως ευαίσθητος άνθρωπος, δεν μπόρεσε να κοιμηθεί το βράδυ, γιατί σκεφτόταν συνέχεια τι άλλο μπορεί να αντιμετωπίσει το πρωί, που μπορεί μια απλή συζήτηση με τον μηχανικό εφαρμογής θα μπορούσε να κολλήσει. Έπλαθε στο μυαλό του όλα τα πιθανά και απίθανα σενάρια, ανάλογα με τον άνθρωπο υπάλληλο που θα είχε απέναντί ρου. Κλείνοντας τα μάτια του σκέφτηκε «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει…» και αποκοιμήθηκε αργά το βράδυ.

Το επόμενο πρωί, ξεκίνησε από το σπίτι όχι τόσο χαρούμενος, ευδιάθετος και θετικά σκεπτόμενος, όπως την προηγούμενη. Όταν έφτασε στην Πολεοδομία και στάθηκε έξω από την πόρτα του ορόφου, πήρε μια βαθιά ανάσα, έβαλε δύναμη στην πετούγια και έσπρωξε με δύναμη την πόρτα. Είχε μπει στην αίθουσα, δυο ημέρες προσπαθούσε. Γραφεία υπαλλήλων για εξυπηρέτηση ήταν περιμετρικά της αίθουσας, επανδρωμένα τα μισά. Πάνω σε αυτά στοιβάζονταν σκόρπια χαρτιά και φάκελοι πολύχρωμοι. Πίσω από τα γραφεία υπήρχαν ξεχαρβαλωμένα ερμάρια, «όπως και το επάγγελμά μου…» σκέφτηκε. Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχαν δύο τραπέζια πάλι γεμάτα με έγγραφα και φακέλους και γύρω από αυτά καρέκλες όλων των τύπων, σκισμένες, χαλασμένες, ξεχαρβαλωμένες, κουτσές. Άνθρωποι όρθιοι στην αίθουσα περιτριγύριζαν τα γραφεία για να ορίσουν τη σειρά τους και να κάνουν γρήγορη ερώτηση. Κεφαλάκια ξεπρόβαλαν πίσω από τους φακέλους. «όχι εδώ δεν περιμένεις σωστά…», «στην κυρία στο βάθος…», περίμενε, είσαι ο επόμενος…», κάτσε στη σειρά σου…». Μια απίστευτη βουή σκέπαζε την αίθουσα και όλοι μιλούσαν ακόμα και πιο δυνατά για να ακουστούν. Βρήκε ο αρχιτέκτονας μια καρέκλα, έλεγξε εάν είναι γερή και δεν θα πέσει κάτω, έκατσε και περίμενε τη σειρά του, παρακολουθώντας τους υπολοίπους. Απέναντι του ήταν μια υπάλληλος, νεαρή σε ηλικία, με μαύρα ίσια μαλλιά και όμορφο πρόσωπο. Το γραφείο της ήταν επιμελώς τακτοποιημένο, χωρίς φακέλους και έγγραφα. Μπροστά της βρίσκονταν κάποιος μηχανικός ίσως με τον οποίο είχαν συζήτηση πάνω στα ανοιγμένα μπροστά τους σχέδια. Η ώρα πέρναγε, κόσμος πήγαινε και έρχονταν. Κοίταξε το ρολόι του που έδειχνε 12:30. «πάει η ημέρα σήμερα, τη έχασα στην αναμονή… ποιος με αποζημιώνει γι αυτό; Κανείς.» σκέφτηκε βυθιζόμενος στις σκέψεις του. Ξανακοίταξε το ρολόι του. Η ώρα είχε πάει σχεδόν 13:30. Η όμορφη υπάλληλος απέναντι του είχε τελειώσει με τη συνεργασία της και τακτοποιούσε το γραφείο της και την προσωπική της τσάντα. Ξαφνικά την βλέπει και σηκώνεται βάζοντας την τσάντα της στον ώμο. «Δύσκολες ημέρες» σκέφτηκε ή «πάει για τσιγάρο, το δικαιούται, ποιος ξέρει τι έχει ακούσει σήμερα και με πόσους έχει συνομιλήσει». Περπάτησε προς το κέντρο της αίθουσας και χωρίς να σταματήσει ή να ζητήσει την προσοχή των υπολοίπων φώναξε.
- "Η ώρα είναι μία και μισή, κλείνουμε...".
Συνέχισε το βήμα της, άνοιξε τη βαριά πόρτα και εξαφανίστηκε, ενώ το έκπληκτο και προσωρινά άλαλο κοινό συνέχισε τη δουλειά του. Άλλοι έγνεψαν με νόημα και αηδία, άλλοι κάτι σιγοψιθύριζαν και άλλοι απλά γέλασαν, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα γι αυτό.

Και τι θα μπορούσε να κάνει; 

Ήταν σαν κινηματογραφική σκηνή. Αρχικά υπήρχε θόρυβος, βουή, φασαρία, μετά απόλυτη ησυχία, για δέκα δευτερόλεπτα, και μετά πάλι φασαρία.

«Κλείνει άραγε το μαγαζί της; Όλα είναι θέμα παιδείας, μόρφωσης και ηθικής» σκέφτηκε. «Από τις εννέα το πρωί έως τη μία και μισή το μεσημέρι είναι πολλές ώρες και πρέπει να ξεκουραστεί η καημένη». 

Έκατσε και παρατηρούσε. 

Παρατηρούσε και έκανε υπομονή.

---------------------------------
1. Οι φωτογραφίες είναι αλιευμένες από το διαδίκτυο.
2. Το περιστατικό είναι παλαιό, αληθινό και παρουσιασμένο με πολύ χιούμορ.
3. Τα ονόματα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου